Previous Page  6 / 11 Next Page
Information
Show Menu
Previous Page 6 / 11 Next Page
Page Background

[6]

έδειξε ότι οι πυλώνες αυτής της ανάπτυξης δεν ήταν αρκετά σταθεροί. Αυτό το βλέπουμε σαν

αντανάκλαση όχι μόνο στα δημόσια οικονομικά αλλά και στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας.

Στην περίοδο προσαρμογής από το 2010 μέχρι το 2015 αν και έγινε μία τεράστια βελτίωση στα

δημοσιονομικά, παρ’ όλα αυτά το δημόσιο κράτος ξόδευε περισσότερα απ’ όσα μάζευε. Για

παράδειγμα, μια τετραμελή οικογένεια υπερέβαινε (ως έλλειμμα όχι το χρέος) τα 13000 ευρώ.

Όμως αυτό δεν ήταν το πρωτεύον πρόβλημα. Συγκεκριμένα το πρωτεύον πρόβλημα ήταν ότι

είχαμε μία συστηματική αύξηση των εισαγωγών ενώ ταυτόχρονα είχαμε μία συστηματική μείωση

των εξαγωγών.

Αυτοί που ασχολούνται στην εισαγωγική αλυσίδα προφανώς αντιστοιχούν σε κάποια

απασχόληση. Αλλά δεν πιστεύω ότι η εισαγωγική αλυσίδα μπορεί να προσφέρει τόσο μεγάλη

απασχόληση όσο είναι αυτή που θα μπορούσε να απασχολήσει η εγχώρια παραγωγή. Άρα στο

βαθμό που έχεις υποκατάσταση εισαγωγών με την εγχώρια παραγωγή αυτό είναι που θέλεις. Σ’

ένα βαθμό το έχουμε πετύχει αυτό και η εξισορρόπηση του εξωτερικού ισοζυγίου έχει γίνει μέσα

απ’ αυτή την διαδικασία. Εισάγουμε λιγότερα, γιατί έχουμε λιγότερα εισοδήματα και γιατί υπήρξε

κάποια αύξηση της ελληνικής ανταγωνιστικότητας και της ελληνικής παραγωγής. Επίσης έχει

υπάρξει και μία αύξηση των εξαγωγών. Αλλά δυστυχώς αυτή η αύξηση εξαγωγών έχει

επικεντρωθεί σε υπηρεσίες όπως ο τουρισμός καθώς επίσης και σ’ άλλες υπηρεσίες όπως η

ναυτιλία, οι κατασκευές, κ.ο.κ. Αν και έχει υπάρξει αύξηση εξαγωγών σε κάποια αγαθά, αυτό όμως

που δεν έχουμε δει ακόμα είναι να έχει υπάρξει μία αύξηση των εξαγωγών σε αγαθά που θα έλεγε

κάποιος ότι εξασφαλίζουν μία μακροπρόθεσμη παρουσία στις ξένες αγορές. Οι ελληνικές

εξαγωγές είναι περισσότερο ως λιγότερο επεξεργασμένες ύλες, είναι προϊοντα που προσιδεάζουν

περισσότερο σε commodities. Αυτό το οποίο λείπει από την παραγωγή της χώρας μας είναι να

δημιουργεί μεγάλη προστιθέμενη αξία στα αγαθά εξαγωγών, να υπάρχουν προϊόντα με

αναγνωρίσιμα Brands, πολύ καλές σχέσεις δικτύωσης προς τα πίσω ή προς τα μπρος στην

παραγωγική αλυσίδα σ’άλλες χώρες. Αυτό δεν το έχουμε δεί και αυτό είναι κάτι που διαφοροποιεί

πάρα πολύ την ελληνική προσαρμογή που έγινε από το 2010 μέχρι το 2014, μ’ αυτό που έχει

γίνει σε άλλες χώρες. Αυτό πρέπει να μας προβληματίσει. Ειδικά για τις εξαγωγές θέλω να

διευκρινίσω δύο ακόμη σημεία.

1. Το να μπορέσεις να πετύχεις αυτήν την μακρόχρονη διείσδυση στις ξένες αγορές

προϋποθέτει σημαντικές και μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην χώρα. Ειδικότερα

προϋποθέτει πιο άμεσες ξένες επενδύσεις. Είμαστε δυστυχώς ουραγοί σ’ αυτόν τον

τομέα. Συγκεκριμένα είμασταν ουραγοί ήδη και πριν από την κρίση. Θα ήλπιζε κανείς ότι

μετά την κρίση, θα προσελκύαμε τέτοιες επενδύσεις, αλλά δυστυχώς είχαμε να

αντιμετωπίσουμε ακόμα χειρότερες καταστάσεις. Φυσικά αυτές οι παρατηρήσεις δεν

γίνονται μόνο και μόνον για να δείξουν τι δεν πήγε καλά αλλά κυρίως έχει σημασία για το

τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα.

2. Υπάρχει σ’ ένα βαθμό, για ορισμένους κλάδους, μη συμπληροματικότητα ανάμεσα στην

εγχώρια ζήτηση και στις εξαγωγές. Δηλαδή είναι λίγες οι επιχειρήσεις οι οποίες διεθνώς

θα επενδύσουν αποκλειστικά μόνον με εξαγωγικό προσανατολισμό. Όμως ακόμα και σ’

αυτήν την περίπτωση απαιτείται να υπάρχει ένα ελάχιστο ποσοστό εγχώριας ζήτησης που

να εξασφαλίζει τουλάχιστον την καθημερινή τους λειτουργία, καθώς επίσης να εξασφαλίζει

ότι θα υπάρχει μία άμεση επαφή με τον πελάτη για να καταλάβουν ποια είναι τα

χαρακτηριστικά του προϊόντος ώστε να ξέρουν που να στραφούν. Άρα αν βάλουμε την

έλλειψη εξωτερικών επενδύσεων, την έλλειψη εσωτερικής ζήτησης και βέβαια την έλλειψη

ρευστότητας και εύκολης χρηματοδότησης αυτής της επιχείρησης τότε μπορούμε να